Το 2024 αποτέλεσε έτος-ορόσημο για τον ελληνικό τουρισμό, με τις αφίξεις και τις διανυκτερεύσεις σε ξενοδοχεία, κάμπινγκ και ενοικιαζόμενα δωμάτια να καταγράφουν ιστορικό ρεκόρ, ξεπερνώντας ακόμη και τα υψηλά επίπεδα του 2019.
Σύμφωνα με τα οριστικά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, το σύνολο των αφίξεων αυξήθηκε κατά 3,8% και των διανυκτερεύσεων κατά 3,9% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή και δυναμική επάνοδο της χώρας στην κορυφή των τουριστικών ροών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Οι αφίξεις αλλοδαπών σημείωσαν αύξηση κατά 4,2% και οι διανυκτερεύσεις τους κατά 4,1%, ενώ οι αντίστοιχες μεταβολές για τους ημεδαπούς διαμορφώθηκαν σε 2,8% και 2,7% αντίστοιχα, στοιχείο που αναδεικνύει την ταυτόχρονη ενίσχυση τόσο του διεθνούς όσο και του εσωτερικού τουρισμού.
Το μεγαλύτερο μέρος της τουριστικής δραστηριότητας καταγράφηκε στα καταλύματα ξενοδοχειακού τύπου, τα οποία απορρόφησαν το 79,4% του συνόλου των αφίξεων και το 76,4% των διανυκτερεύσεων. Το υπόλοιπο ποσοστό κατανεμήθηκε στα καταλύματα σύντομης διαμονής και στα κάμπινγκ, με 19,3% και 1,3% για τις αφίξεις, και 22,1% και 1,4% για τις διανυκτερεύσεις αντίστοιχα. Ενδεικτικό της εποχικότητας του ελληνικού τουρισμού είναι ότι η πλειονότητα της κίνησης συγκεντρώθηκε στην περίοδο Ιουλίου-Οκτωβρίου, όταν πραγματοποιήθηκε το 56,9% των αφίξεων και το 63,8% των διανυκτερεύσεων.
Σε περιφερειακό επίπεδο, οι μεγαλύτερες αυξήσεις αφίξεων εντοπίστηκαν στο Νότιο Αιγαίο, στην Κεντρική Μακεδονία, στα Ιόνια Νησιά, στην Αττική και στην Κρήτη, που ενίσχυσαν περαιτέρω τη θέση τους στον τουριστικό χάρτη. Το Νότιο Αιγαίο σημείωσε άνοδο 5,6% στις αφίξεις και 8,2% στις διανυκτερεύσεις, η Κεντρική Μακεδονία 6% και 5,9% αντίστοιχα, ενώ στα Ιόνια Νησιά οι αυξήσεις διαμορφώθηκαν σε 5,6% και 3,9%. Η Αττική παρουσίασε άνοδο 3,3% στις αφίξεις και 2,7% στις διανυκτερεύσεις, ενώ στην Κρήτη οι αντίστοιχες μεταβολές ήταν 1,8% και 0,6%. Η γεωγραφική κατανομή της τουριστικής κίνησης επιβεβαιώνει τον διαχρονικό πρωταγωνιστικό ρόλο των νησιωτικών προορισμών και τη διατήρηση της ισχυρής παρουσίας των μεγάλων αστικών κέντρων.
Η πλειονότητα των επισκεπτών στη χώρα προήλθε από το εξωτερικό, με τους αλλοδαπούς να αντιστοιχούν στο 73,7% του συνόλου των αφίξεων και στο 83,8% των διανυκτερεύσεων. Από αυτούς, το 80,4% των αφίξεων και το 89,1% των διανυκτερεύσεων αφορούσε ταξιδιώτες με χώρα μόνιμης διαμονής την Ευρώπη, με ιδιαίτερη βαρύτητα στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Γερμανία διατήρησε τη θέση της ως βασική αγορά προέλευσης με μερίδιο 12,9% στις αφίξεις και 16,3% στις διανυκτερεύσεις, ενώ σημαντική παρέμεινε η συμβολή του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, οι οποίες διατήρησαν υψηλά μερίδια και το 2024.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφοροποιήσεις στη δυναμική των επιμέρους αγορών, με την Ιταλία και την Πολωνία να σημειώνουν τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σερβία και η Τουρκία καταγράφουν αξιοσημείωτες αυξήσεις από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Από την Ασία, η Κίνα ξεχώρισε για τον έντονο ρυθμό ανάκαμψης, καθώς οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 32,3% και οι διανυκτερεύσεις κατά 24% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η διασπορά της τουριστικής ζήτησης σε νέες και παραδοσιακές αγορές αντικατοπτρίζει τη στρατηγική επέκταση της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας.
Παρά τη γενική άνοδο της τουριστικής δραστηριότητας, η πληρότητα των κλινών στα ξενοδοχειακά καταλύματα διαμορφώθηκε στο 50,6% για το 2024, σημειώνοντας μικρή υποχώρηση σε σχέση με το 2023, όπου είχε φτάσει το 54,7%. Το ξενοδοχειακό δυναμικό της χώρας περιλάμβανε 10.104 μονάδες, με 447.363 δωμάτια και 894.854 κλίνες, ενώ η κατανομή τους ανά κατηγορία αστεριών εξακολουθεί να ευνοεί τις μονάδες τεσσάρων και πέντε αστέρων.
