Αυξητική τάση, η οποία συνοδεύτηκε από δαπάνες που έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ, εμφάνισε η εξερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση από την Ελλάδα για το 2024. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), στη μελέτη του με τίτλο «Η εξερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση από Ελλάδα, 2023- 2024», η οποία εξετάζει αναλυτικά στοιχεία ανά χώρα προορισμού εντός και εκτός ζώνης ευρώ και Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Έλληνες πραγματοποίησαν περισσότερα ταξίδια στο εξωτερικό, επιλέγοντας ταυτόχρονα ακριβότερους προορισμούς.
Σε επίπεδο απόλυτων μεγεθών, οι αναχωρήσεις κατέγραψαν αύξηση της τάξης του 8%, ανερχόμενες σε 6,7 εκατομμύρια από 6,2 εκατομμύρια το 2023. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη ήταν η ενίσχυση των ταξιδιωτικών πληρωμών, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 15%, διαμορφούμενες σε 2,8 δισεκατομμύρια ευρώ από 2,4 δισεκατομμύρια, τιμή που αποτελεί το υψηλότερο καταγεγραμμένο επίπεδο από την έναρξη της Έρευνας Συνόρων το 2005. Στον αντίποδα, οι διανυκτερεύσεις σημείωσαν οριακή μείωση κατά 1%, από 34,9 εκατομμύρια το 2023 σε 34,5 εκατομμύρια το 2024, παραμένοντας, όπως και οι αναχωρήσεις, σε επίπεδα χαμηλότερα από την προ πανδημίας περίοδο.
Η τάση αυτή επηρέασε τους βασικούς δείκτες, με τη Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση (ΜΔΔ) να σημειώνει άνοδο 17%, φτάνοντας τα 81€ από 70€ το 2023. Παρότι η Μέση Διάρκεια Παραμονής (ΜΔΠ) μειώθηκε κατά 9%, από 5,6 σε 5,2 διανυκτερεύσεις, η ισχυρή αύξηση της ημερήσιας δαπάνης οδήγησε σε αύξηση της Μέσης κατά Κεφαλή Δαπάνης (ΜΚΔ) κατά 7%, η οποία διαμορφώθηκε στα 420€ από 393€. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται, πέραν της επιλογής ακριβότερων προορισμών, και στην αλλαγή του τύπου του ταξιδιού, με μείωση των επισκέψεων σε φίλους/συγγενείς και αύξηση των ταξιδιών αναψυχής και τουρισμού πόλης.
Αξίζει να σημειωθεί πως, παρά την αύξηση, οι δείκτες του εξερχόμενου τουρισμού παραμένουν χαμηλότεροι από τους αντίστοιχους του εισερχόμενου τουρισμού στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη των Ελλήνων στο εξωτερικό είναι κατά 27% χαμηλότερη, η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση κατά 9% χαμηλότερη και η Μέση Διάρκεια Παραμονής κατά 20% μικρότερη σε σύγκριση με τα στοιχεία των ξένων τουριστών που επισκέπτονται τη χώρα μας.
Τέλος, σημαντικές αλλαγές καταγράφηκαν και στην εποχικότητα. Σε αντίθεση με τον εισερχόμενο τουρισμό που εστιάζεται στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο, η εποχικότητα του εξερχόμενου τουρισμού επιμερίζεται σχεδόν ισομερώς στα τέσσερα τρίμηνα του έτους. Το 2024, ενισχύθηκε το πρώτο τρίμηνο, με το μερίδιό του στις αναχωρήσεις να αυξάνεται από 20% σε 22% και στις πληρωμές από 18% σε 20%, ενώ και το τέταρτο τρίμηνο είδε το μερίδιό του στις διανυκτερεύσεις να αυξάνεται από 22% σε 25%. Αντίθετα, το τρίτο τρίμηνο (Ιούλιος-Σεπτέμβριος) αποδυναμώθηκε, με το μερίδιό του να μειώνεται στις αναχωρήσεις από 28% σε 25% και στις πληρωμές από 29% σε 26%.
