Ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, όπως καταγράφονται στις πρόσφατες μελέτες του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ) του ΞΕΕ. Οι φόροι που επιβάλλονται στα ελληνικά ξενοδοχεία φτάνουν το 19,1%, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό σε σχέση με τον μέσο όρο της εθνικής οικονομίας (10,2%) και υψηλότερο από αυτό ανταγωνιστικών προορισμών, όπως η Ισπανία (6,4%), η Τουρκία (11,5%), η Ιταλία (12,3%) και η Πορτογαλία (14,8%). Παρά την υψηλή φορολογική επιβάρυνση, η συνεισφορά του κλάδου στην οικονομία παραμένει σημαντική: κάθε 1 ευρώ δαπάνης δημιουργεί 1,55 ευρώ προϊόντος, ενώ η απασχόληση ενισχύεται κατά 29,8 θέσεις εργασίας ανά 1 εκατ. ευρώ δαπάνης. Παρά την αύξηση των αεροπορικών αφίξεων, οι πληρότητες δεν ακολουθούν ανάλογη πορεία, υποδηλώνοντας ότι μεγάλο μέρος της ζήτησης απορροφάται από βραχυχρόνιες μισθώσεις, κυρίως Airbnb. Στην Αττική, κάθε ξενοδοχείο ανταγωνίζεται περίπου 60 ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης, ενώ η Σαντορίνη φτάνει το 55% των διανυκτερεύσεων να πραγματοποιείται σε τέτοια καταλύματα. Τα ελληνικά ξενοδοχεία δρουν επίσης για τη βιωσιμότητα, επενδύοντας κατά μέσο όρο 800 εκατ. ευρώ ετησίως σε ανακαινίσεις και εφαρμόζοντας πρακτικές διαχείρισης ενέργειας, νερού και αποβλήτων. Παράλληλα, ο κλάδος διεκδικεί δίκαιους όρους για τις ψηφιακές πλατφόρμες. Στη νομική μάχη κατά της Booking.com συμμετέχουν ήδη 1.000 ελληνικά ξενοδοχεία, απαιτώντας ισορροπία και διαφάνεια στην αγορά. Οι πρωτοβουλίες αυτές στοχεύουν στη διασφάλιση ανταγωνισμού και βιώσιμης ανάπτυξης για τον ξενοδοχειακό τομέα.
ΙΤΕΠ: Αντιμέτωπα με φόρους και βραχυχρόνιες μισθώσεις τα ξενοδοχεία
